ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΑΞΕΙΔΙ ΔΙΧΩΣ ΤΕΛΟΣ

Της φαντασίας το γοργό,
τ' ακούραστο καράβι,
με ονειρώδη αστροφεγγιά
σε νύχτες σιγηλές,
φεύγει, τραβάει προς τ' άγνωστο,
χωρίς καιρού σημάδι,
ανάμεσα από πέλαγα,
και θάλασσες πλατειές.

Στο μακρυνό ταξείδι του
χρυσόφτερες Γοργόνες
προβάλλουν απ' τα κύματα
και τ' οδηγούν εμπρός,
μακρυά από τους Κύκλωπες
κι από τους Λαιστρυγόνες,
με ευχές να 'ναι ο δρόμος του
ως πέρα ανοιχτός.

Περνάει κόσμους μαγικούς
και δίχως στάση τρέχει,
να φθάσει ως τα πέρατα
του σύμπαντος εκεί,
ελπίζοντας ελάχιστα
πως απ' το τέρμα απέχει,
ενώ μικραίνει πίσω του
και χάνεται η Γη...

Η νύχτα φεύγει γρήγορη,
σε λίγο ξημερώνει,
του κόσμου άκρη που ζητεί,
δεν βρίσκει πουθενά,
στρέφει την πλώρη αντίθετα,
ξανά πανιά απλώνει
κι' αργογυρνά στη γνώριμη
δική του ακρογιαλιά.